Ερευνητές στην Ελλάδα μελετούν κατά πόσο το λεγόμενο λαγοκέφαλο μπορεί να μετατραπεί από πρόβλημα για την αλιεία σε πηγή κολλαγόνου, ωμέγα-3 λιπαρών οξέων και άλλων δυνητικά πολύτιμων ενώσεων.
Το είδος Lagocephalus sceleratus είναι ένα από τα χωροκατακτητικά ψάρια που έχουν εγκατασταθεί στα ελληνικά νερά, αφού εισήλθε στη Μεσόγειο μέσω της Διώρυγας του Σουέζ. Αποτελεί ιδιαίτερο πρόβλημα για τους αλιείς, καθώς τα ισχυρά δόντια του μπορούν να καταστρέψουν αλιευτικά εργαλεία, ενώ η τοξικότητά του δεν επιτρέπει να αντιμετωπίζεται ως ένα συνηθισμένο ψάρι προς κατανάλωση.
Τώρα, οι επιστήμονες εξετάζουν αν το ίδιο το ψάρι θα μπορούσε να αποτελέσει μέρος της λύσης.
Από ανεπιθύμητο αλίευμα σε χρήσιμη πρώτη ύλη
Η ιδέα είναι απλή: αντί ένα χωροκατακτητικό ψάρι να θεωρείται απόβλητο αφού απομακρυνθεί από τη θάλασσα, οι ερευνητές θέλουν να διαπιστώσουν αν τα βιολογικά συστατικά του μπορούν να ανακτηθούν και να αξιοποιηθούν αλλού.
Μελέτες που πραγματοποιήθηκαν μέσω του Εθνικού Μετσόβιου Πολυτεχνείου έχουν εξετάσει τον Lagocephalus sceleratus για ενώσεις όπως το κολλαγόνο, τα ωμέγα-3 λιπαρά οξέα και η τετροδοτοξίνη (TTX).
Έρευνα που έχει καταχωριστεί στο ιδρυματικό αποθετήριο του πανεπιστημίου έχει εξετάσει επίσης την ανάπτυξη πειραματικών καλλυντικών σκευασμάτων με ενώσεις που προέρχονται από το ψάρι. Η μελέτη αξιοποίησε υλικό από διαφορετικά μέρη του ζώου, όπως η σάρκα, το δέρμα, τα οστά και τα εσωτερικά όργανα.
Η προσέγγιση αυτή εντάσσεται σε μια ευρύτερη αντίληψη κυκλικής βιοοικονομίας: ένα είδος που δημιουργεί περιβαλλοντικά και οικονομικά προβλήματα θα μπορούσε δυνητικά να αποτελέσει πηγή πρώτων υλών με εμπορική αξία.
Αυτό δεν σημαίνει ότι προϊόντα που παρασκευάζονται από το ψάρι κυκλοφορούν ήδη στην αγορά. Η έρευνα έχει ως στόχο να διαπιστώσει αν τέτοιες εφαρμογές είναι τεχνικά και εμπορικά εφικτές.
Γιατί ο λαγοκέφαλος είναι τόσο δηλητηριώδης
Το πιο ασυνήθιστο συστατικό που μελετάται είναι η τετροδοτοξίνη.
Η TTX είναι μια ισχυρή νευροτοξίνη που μπορεί να διαταράξει τη φυσιολογική λειτουργία των νεύρων και των μυών. Ευθύνεται για την εξαιρετικά υψηλή τοξικότητα αρκετών ειδών ψαριών-φούσκας, μεταξύ των οποίων και ο Lagocephalus sceleratus.
Επιστημονικές μελέτες έχουν επιβεβαιώσει την παρουσία τετροδοτοξίνης σε πληθυσμούς του είδους στην Ελλάδα, με ιδιαίτερα υψηλές συγκεντρώσεις να έχουν εντοπιστεί στα εσωτερικά όργανα. Αυτός είναι και ο λόγος για τον οποίο το ψάρι δεν μπορεί απλώς να εισαχθεί στη συμβατική αγορά θαλασσινών.
Για τους ερευνητές, ωστόσο, η τοξίνη θέτει ένα διαφορετικό ερώτημα: μπορεί μια επικίνδυνη φυσική ουσία να απομονωθεί και να υποστεί επεξεργασία με ασφάλεια για ελεγχόμενες εφαρμογές;
Εργασίες που συνδέονται με το ΕΜΠ έχουν εξετάσει τεχνικές για την εκχύλιση, την ταυτοποίηση και την εγκλειστοποίηση της τετροδοτοξίνης, μεταξύ άλλων και έρευνα για την πιθανή ενσωμάτωσή της σε προϊόντα υψηλής προστιθέμενης αξίας.
Είναι πραγματικά «Botox από λαγοκέφαλο»;
Το πρόγραμμα ExplIAS περιγράφει τη μελέτη τοξινών και κολλαγόνου για καλλυντικές εφαρμογές, μεταξύ άλλων και αντιγηραντικές συνθέσεις που θα μπορούσαν δυνητικά να αποτελέσουν εναλλακτικές λύσεις στο Botox.
Οι ερευνητές, ωστόσο, δεν έχουν δημιουργήσει κάποιο εμπορικά διαθέσιμο Botox από λαγοκέφαλο.
Η έρευνα εξετάζει αν ενώσεις που προέρχονται από το χωροκατακτητικό ψάρι θα μπορούσαν να έχουν καλλυντικές εφαρμογές. Οποιοδήποτε προϊόν προορίζεται για ιατρική ή καλλυντική χρήση θα πρέπει να πληροί αυστηρές προϋποθέσεις ασφάλειας, αποτελεσματικότητας και κανονιστικής έγκρισης.
Με άλλα λόγια, ο όρος «Botox από λαγοκέφαλο» αποτελεί έναν εύχρηστο τρόπο περιγραφής μιας ενδιαφέρουσας ερευνητικής κατεύθυνσης, αλλά δεν πρέπει να συγχέεται με μια υπάρχουσα θεραπεία.
Το ψάρι που προκαλεί προβλήματα στα ελληνικά νερά
Η επιστημονική έρευνα πραγματοποιείται στο πλαίσιο ενός πολύ μεγαλύτερου περιβαλλοντικού προβλήματος.
Ο Lagocephalus sceleratus είναι λεσσεψιανός μετανάστης, δηλαδή εισήλθε στη Μεσόγειο από την Ερυθρά Θάλασσα μέσω της Διώρυγας του Σουέζ. Έκτοτε έχει εξαπλωθεί σε περιοχές της ανατολικής και κεντρικής Μεσογείου, συμπεριλαμβανομένων των ελληνικών υδάτων.
Το είδος αποτελεί ιδιαίτερα σοβαρό πρόβλημα για την αλιεία. Τα ισχυρά δόντια του μπορούν να καταστρέψουν δίχτυα και άλλο αλιευτικό εξοπλισμό, ενώ η διατροφική του συμπεριφορά μπορεί να επηρεάσει τα τοπικά θαλάσσια οικοσυστήματα.
Η τοξικότητά του δημιουργεί ένα ακόμη πρόβλημα: σε αντίθεση με άλλα χωροκατακτητικά ψάρια, δεν μπορεί απλώς να προωθηθεί ως νέο είδος θαλασσινών προς κατανάλωση.
Έτσι, αλιείς και αρμόδιες αρχές αντιμετωπίζουν ένα δύσκολο ερώτημα: πώς μπορούν να περιοριστούν οι πληθυσμοί ενός ψαριού που έχει ελάχιστη συμβατική εμπορική αξία;
