Η απελευθέρωση της Θεσσαλονίκης πραγματοποιήθηκε στις 27 και 28 Οκτωβρίου 1912 με την είσοδο των ελληνικών στρατευμάτων στην πόλη έπειτα από τις νικηφόρες μάχες των Ελλήνων με τον Οθωμανικό στρατό στα Γιαννιτσά και στο Σαραντάπορο.

Στις 20 Οκτωβρίου, οι ελληνικές δυνάμεις υπό τις εντολές του διαδόχου του θρόνου, Κωνσταντίνου, κατευθύνονταν προς τη Βόρεια Ήπειρο για να την απελευθερωσουν. Μετά από έντονη διαφωνία, όμως, του Ελευθέριου Βενιζέλου με τον διάδοχο, επικράτησε η διαταγή του πρωθυπουργού και τα Ελληνικά στρατεύματα οδηγήθηκαν προς απελευθέρωση της Θεσσαλονίκης, ώστε να προλάβουν την επέλαση των Βουλγάρων, οι οποίοι ενδιαφέρονταν να καταλάβουν την πόλη για να έχουν πρόσβαση στο Αιγαίο. Μετά τις προαναφερόμενες μάχες, τα Ελληνικά στρατεύματα κατέλαβαν την πόλη και ο διάδοχος Κωνσταντίνος έκανε είσοδο στην Θεσσαλονίκη. Ο Οθωμανός στρατηγός της Θεσσαλονίκης, Χασάν Ταχσίν Πασάς, παρέδωσε την πόλη στην Ελλάδα, άνευ όρων και μαζί με 25.000 αιχμαλώτους, με συμφωνία που υπεγράφη στο χωριό Τοψίν (σημερινή Γέφυρα Θεσσαλονίκης).

Με το ξέσπασμα του Α΄ Βαλκανικού Πολέμου, οι χώρες του Βαλκανικού Συνασπιμού επιτέθηκαν στην Οθωμανική Αυτοκρατορία και ξεκίνησαν να προελαύνουν στην επικράτειά της. Οι Έλληνες, αφού κατάφεραν να προελάσουν προς τη Μακεδονία, κατευθύνθηκαν προς τη Θεσσαλονίκη, γιατί τότε η Μακεδονία αποτελούσε σημείο σύγκρουσης Ελλήνων και Βουλγάρων για την κυριαρχία στην περιοχή. Τα ελληνικά στρατεύματα της Θεσσαλίας και της Μακεδονίας πήραν εντολή από τον πρωθυπουργό Ελευθέριο Βενιζέλο και τον Βασιλιά Γεώργιο Α΄ να κινηθούν ταχύτατα προς τη Θεσσαλονίκη, πριν φτάσουν οι Βουλγαρικές στρατιωτικές δυνάμεις. Τα στρατεύματα της Θεσσαλίας, με εντολή του Βασιλιά Γεωργίου Α΄ κινήθηκαν βορειότερα και μετά τη μάχη των Γιαννιτσών έφτασαν έξω από τη Θεσσαλονίκη, ενώ τα στρατεύματα της Μακεδονίας κατευθύνθηκαν νοτιότερα, με εντολή του Βενιζέλου και ύστερα από την μάχη του Σαρανταπόρου έφτασαν και αυτοί στην Θεσσαλονίκη. Οι τουρκικές δυνάμεις μετά από την ήττα στο Σαραντάπορο, κατευθύνθηκαν στα Γιαννιτσά δίνοντας αμυντική μάχη για να ανακόψουν την ελληνική πορεία προς την Θεσσαλονίκη, όμως ο ελληνικός στρατός νίκησε την μάχη και προωθήθηκε προς την πόλη. Στις 25 Οκτωβρίου 1912, τα ελληνικά στρατεύματα είχαν περικυκλώσει την πόλη.

Στις 26 Οκτωβρίου ο Χασάν Ταχσίν Πασάς δέχθηκε να συζητήσει τους όρους παράδοσης της Θεσσαλονίκης στους Έλληνες, ενώ ο Κωνσταντίνος διαβεβαίωσε το βουλγαρικό στρατό, που βρισκόταν 20 χιλιόμετρα έξω από τη Θεσσαλονίκη, ότι την ημέρα εκείνη οι Έλληνες θα εισέρχονταν στην πόλη και τους συμβούλευσε να αλλάξουν κατεύθυνση.

Το απόγευμα της 26ης έφτασε στην Αθήνα μέσω ενός ανυπόγραφου τηλεγραφήματος προς το Υπουργείο Στρατιωτικών από την τηλεγραφική υπηρεσία του βασιλιά, που έδρευσε στο Γιδά (σημ. Αλεξάνδρεια), η είδηση ότι ο ελληνικός στρατός εισήλθε στη Θεσσαλονίκη. Η είδηση διαδόθηκε στην Αθήνα προξενώντας εκδηλώσεις χαράς και εορτασμούς με κωδωνοκρουσίες, δοξολογίες και δεήσεις στις εκκλησίες, διαδηλώσεις προς το κέντρο της πόλης και σημαιοστολισμό και φωταγώγησή της με εντολή του δημάρχου, Σπυρίδωνα Μερκούρη. Καθώς το τηλεγράφημα ήταν ανυπόγραφο και ο ίδιος δεν μπορούσε να την επαληθεύσει, ο Βενιζέλος αρνήθηκε να παρουσιαστεί ενώπιον του επευφημούντος πλήθους και το βράδυ ενημέρωσε εκπροσώπους των εμπορικών συλλόγων ότι η πόλη δεν είχε ακόμα περιέλθει στην ελληνική κυριαρχία, ενώ τους υποσχέθηκε ότι, μόλις λάβει σχετική πληροφόρηση, θα σημάνουν εκατόν έναν κανονιοβολισμοί από την Πνύκα. Ανακοινωθέν της κυβέρνησης στις 3 τα χαράματα της 27ης διέψευσε την είδηση της κατάληψης της πόλης με αποτέλεσμα την ακύρωση της προγραμματισμένης δοξολογίας στη Μητρόπολη.

Στις 27 Οκτωβρίου, λόγω της απειλής των Βουλγάρων, ο Χασάν Ταχσίν Πασάς αναγκάστηκε να υπογράψει το πρωτόκολλο παράδοσης της Θεσσαλονίκης στους Έλληνες, που προχρονολογήθηκε στις 26 για να παραπλανήσει τη βουλγαρική πλευρά. Ο Ταχσίν παρέδωσε την πόλη στους Έλληνες άνευ όρων και έδωσε 25.000 αιχμαλώτους. Το απόγευμα ένα απόσπασμα ελληνων στρατιωτών διέσχισε την έρημη παραλιακή λεωφόρο και κατέλυσε εκτός της πόλης, ενώ το βράδυ ο Βούλγαρος στρατηγός Τοντόροφ, αφού πληροφορήθηκε την παράδοση της πόλης και αντιλήφθηκε την ελληνοτουρκική συνεργασία, ζήτησε πρωτόκολλο παράδοσης από τον Ταχσίν Πασά, που τον παρέπεμψε στην ελληνική πλευρά. Καθώς, ωστόσο, η πόλη παρέμενε υπό τουρκικό έλεγχο, ο Τοντόροφ αποφάσισε να την καταλάβει το πρωί της επομένης.

Για να προλάβει την είσοδο του βουλγαρικού στρατού, ο Κωνσταντίνος μεταφέρθηκε με τραίνο στο σιδηροδρομικό σταθμό της πόλης και από εκεί στο Διοικητήριο πριν τα ξημερώματα της 28ης Οκτωβρίου. Παρέλαβε την I Μεραρχία από το σιδηροδρομικό σταθμό και παρέστη σε δοξολογία. Εκπληρώνοντας την υπόσχεση του Βενιζέλου, στις 9:30 το πρωί της 28ης Οκτωβρίου ήχησαν εκατόν ένας κανονιοβολισμοί από την Πνύκα.

Στις 29 Οκτωβρίου πραγματοποιήθηκε επίσημη τελετή αλλαγής φρουράς με μεγάλη παρέλαση με επικεφαλής το βασιλιά Γεώργιο, που ήρθε από το Γιδά, και τον Κωνσταντίνο, ενώ η ελληνική σημαία υψώθηκε στον Λευκό Πύργο.

Η επικράτεια των Ελλήνων στην Μακεδονία ήταν αιτία που ξέσπασε ο Β΄ Βαλκανικός Πόλεμος γιατί οι Βούλγαροι δεν έμειναν ικανοποιημένοι από τα εδάφη που κατέλαβαν.

Άγιος Δημήτριος: Πώς έγινε ο αιώνιος φρουρός της Θεσσαλονίκης

Σύμφωνα με την εκκλησιαστική παράδοση, ο Δημήτριος γεννιέται στη Θεσσαλονίκη, προέρχεται από επιφανή οικογένεια και διδάσκει τη χριστιανική πίστη σε μια εποχή διωγμών. Η δράση του οδηγεί στη σύλληψη και στη φυλάκισή του, στα χρόνια του Γαλέριου.

Στον βίο του ξεχωρίζει η ιστορία του Νέστορα, του νεαρού χριστιανού που ζητεί την ευλογία του προτού αντιμετωπίσει τον μονομάχο Λυαίο. Η νίκη του Νέστορα προκαλεί την οργή της εξουσίας. Ακολουθεί ο θάνατος και των δύο: του Νέστορα και του φυλακισμένου Δημητρίου. Αυτή είναι η αγιολογική αφήγηση πάνω στην οποία θεμελιώνεται η τιμή του μεγαλομάρτυρα.

Το κρίσιμο για τη μετέπειτα σχέση του με τη Θεσσαλονίκη είναι ο τόπος. Το μαρτύριό του συνδέεται με την ίδια την πόλη, με έναν χώρο που οι επόμενες γενιές μπορούν να επισκέπτονται. Η μνήμη αποκτά σταθερή διεύθυνση.

Όταν ο Άγιος ανεβαίνει στα τείχη

Η εικόνα του προστάτη αποκτά ιδιαίτερη δύναμη στους πρώτους βυζαντινούς αιώνες, όταν η Θεσσαλονίκη αντιμετωπίζει επιθέσεις και πολιορκίες.

Στις διηγήσεις των «Θαυμάτων του Αγίου Δημητρίου», ο μάρτυρας εμφανίζεται ως ενεργός υπερασπιστής της πόλης. Χαρακτηριστική είναι η αφήγηση για την πολιορκία από Αβαροσλάβους στα τέλη του 6ου αιώνα: ο Άγιος παρουσιάζεται ως στρατιώτης επάνω στα τείχη και αποκρούει τον πρώτο επιτιθέμενο που κατορθώνει να ανέβει στις επάλξεις. Το επεισόδιο καταγράφεται στην αγιολογική παράδοση και αποτυπώνει την πίστη στην προστατευτική παρουσία του.

Εδώ βρίσκεται η ουσιαστική μεταβολή. Ο άγιος που τιμάται για το μαρτύριό του γίνεται, στη συνείδηση των κατοίκων, συμπολίτης και υπερασπιστής τους.

Για τους ανθρώπους που ζουν πίσω από τα τείχη, η σωτηρία της Θεσσαλονίκης αποκτά πρόσωπο. Η μορφή του Δημητρίου συνδέεται με την ελπίδα ότι η πόλη μπορεί να αντέξει ακόμη και όταν ο κίνδυνος μοιάζει αξεπέραστος. Από τέτοιες διηγήσεις χτίζεται, γενιά με τη γενιά, η εικόνα του άγρυπνου φρουρού.

Γιατί ονομάζεται Μυροβλύτης

Παράλληλα με την εικόνα του υπερασπιστή, αναπτύσσεται η προσκυνηματική παράδοση γύρω από τον τόπο ταφής και το μύρο, από την οποία προέρχεται το προσωνύμιο «Μυροβλύτης».

Η κρύπτη, τμήμα παλαιότερων ρωμαϊκών λουτρών, αποτελεί βασικό σημείο αυτής της ιστορίας. Αρχικά συνδέεται με το αγίασμα. Από τον 10ο αιώνα η κρήνη της συνδέεται με τη λατρευτική παράδοση του μύρου, το οποίο οι πιστοί συλλέγουν σε μικρά αγγεία.

Η προσκύνηση δίνει στον δεσμό προσωπικό χαρακτήρα. Στον ίδιο τόπο όπου η πόλη τιμά τον υπερασπιστή της, ο κάθε άνθρωπος προσέρχεται με τη δική του αγωνία, την ασθένεια, την παράκληση ή την ευγνωμοσύνη του. Ο πολιούχος της Θεσσαλονίκης γίνεται και ο άγιος των ιδιωτικών της ελπίδων.

Ο ναός μοιράζεται τη μοίρα της πόλης

Η ιστορία του ναού ακολουθεί τις μεγάλες ανατροπές της Θεσσαλονίκης. Η βασιλική γνωρίζει καταστροφές και επισκευές. Το 1492-1493 μετατρέπεται σε οθωμανικό τέμενος, το Κασιμιγιέ τζαμί, και παραμένει σε αυτή τη χρήση έως το 1912.

Πέντε χρόνια μετά την απελευθέρωση, η μεγάλη πυρκαγιά του 1917 καταστρέφει μεγάλο μέρος της. Η ανοικοδόμηση ολοκληρώνεται το 1948.

Στην πορεία αυτή, ο ναός γίνεται και ο ίδιος φορέας της μνήμης της πόλης. Οι καταστροφές του, οι αλλαγές χρήσης και η αποκατάστασή του αφηγούνται τις διαδοχικές εποχές της Θεσσαλονίκης μέσα σε ένα κτίριο.

Η φωτιά έχει και μια απρόσμενη συνέπεια: το 1918 ανακαλύπτεται ξανά η κρύπτη, που είχε παραμείνει θαμμένη επί αιώνες. Κάτω από τον πληγωμένο ναό επανέρχεται στο φως ένα παλαιότερο στρώμα της ιστορίας του.

Η ημερομηνία που σφραγίζει τον δεσμό

Το 1912 προσθέτει στον ήδη ισχυρό δεσμό μια νέα, καθοριστική αναφορά. Η απελευθέρωση της Θεσσαλονίκης συνδέεται ημερολογιακά με τη γιορτή του Αγίου Δημητρίου. Έτσι, κάθε 26η Οκτωβρίου, η θρησκευτική και η ιστορική μνήμη συναντιούνται στον ίδιο εορτασμό.

Αυτό εξηγεί και την αντοχή της σχέσης. Μέσα στους αιώνες, η Θεσσαλονίκη αλλάζει κυρίαρχους, πληθυσμούς και όψη. Η παρουσία του πολιούχου παραμένει ένα σταθερό σημείο αναφοράς, που συνδέει τον τόπο με τις προηγούμενες γενιές του.

Ο «αιώνιος φρουρός» γεννιέται μέσα από αυτή τη συνέχεια: από τις διηγήσεις των πολιορκημένων, τις παρακλήσεις των προσκυνητών, τον ναό που ξαναχτίζεται και μια ημερομηνία που ενώνει την πίστη με την ελευθερία.

Κάθε 26η Οκτωβρίου, η Θεσσαλονίκη τιμά τον Άγιο Δημήτριο. Και μαζί του θυμάται πόσες φορές χρειάστηκε να βρει τη δύναμη να συνεχίσει.


Πηγή naftemporiki.gr wikipedia

 

Top
We use cookies to improve our website. By continuing to use this website, you are giving consent to cookies being used. More details…