Οι τιμές που έχουν διαμορφωθεί στην αντλία, σε συνδυασμό με τις αυξημένες επιβαρύνσεις για τα νοικοκυριά και τις επιχειρήσεις, περιορίζουν τις μετακινήσεις και την κατανάλωση καυσίμων, με αποτέλεσμα να δημιουργείται υστέρηση στα φορολογικά έσοδα.
Η εικόνα στην αγορά είναι ενδεικτική της πίεσης που δέχονται οι καταναλωτές. Στις 24 Σεπτεμβρίου η μέση πανελλαδική τιμή της αμόλυβδης βενζίνης διαμορφώθηκε στα 2,199 ευρώ το λίτρο, ενώ για το diesel κίνησης έφθασε στα 2,224 ευρώ. Με τις τιμές και των δύο βασικών καυσίμων να βρίσκονται πλέον σταθερά πάνω από τα 2 ευρώ το λίτρο, το κόστος των καθημερινών μετακινήσεων έχει αυξηθεί αισθητά, επιβαρύνοντας τόσο τους οικογενειακούς προϋπολογισμούς όσο και το λειτουργικό κόστος των μικρομεσαίων επιχειρήσεων.
Η εξέλιξη αυτή αρχίζει να αποτυπώνεται και στα δημόσια έσοδα. Σύμφωνα με τα στοιχεία του υπουργείου Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών, οι εισπράξεις από τους ΕΦΚ στο διάστημα Ιανουαρίου – Αυγούστου ανήλθαν σε 4,662 δισ. ευρώ, παρουσιάζοντας απόκλιση 230 εκατ. ευρώ από τον προβλεπόμενο στόχο.
H υστέρηση δεν περιορίζεται μόνο στο σύνολο του οκταμήνου
Ακόμη πιο ενδιαφέρον είναι ότι η υστέρηση δεν περιορίζεται μόνο στο σύνολο του οκταμήνου. Τον Αύγουστο τα έσοδα από τους ΕΦΚ ανήλθαν σε 698 εκατ. ευρώ, δηλαδή 6 εκατ. ευρώ κάτω από τον στόχο. Με αυτά τα δεδομένα δημιουργούνται ερωτήματα για την πορεία των εισπράξεων τους επόμενους μήνες, εφόσον η σημερινή εικόνα στην αγορά παραμείνει.
Θα πρέπει να σημειωθεί πως η πίεση στην κατανάλωση καυσίμων δεν αποτελεί μεμονωμένο φαινόμενο. Εντάσσεται σε ένα ευρύτερο περιβάλλον αυξημένου κόστους διαβίωσης, στο οποίο τα νοικοκυριά καλούνται να διαχειριστούν υψηλότερες δαπάνες για ενέργεια, τρόφιμα και βασικές υπηρεσίες. Η άνοδος των τιμών περιορίζει το διαθέσιμο εισόδημα και οδηγεί τους καταναλωτές σε μεγαλύτερη συγκράτηση δαπανών, με τις μετακινήσεις να αποτελούν έναν από τους τομείς όπου μπορεί να υπάρξει προσαρμογή.
Η εικόνα των φορολογικών εσόδων αποτυπώνει με χαρακτηριστικό τρόπο αυτή την αντίθεση. Στο οκτάμηνο Ιανουαρίου – Αυγούστου οι εισπράξεις από τον ΦΠΑ έφθασαν τα 20,544 δισ. ευρώ και, ακόμη και μετά την αφαίρεση των 306 εκατ. ευρώ που συνδέονται με τη σύμβαση παραχώρησης της Εγνατίας Οδού, εμφανίζονται αυξημένες κατά 905 εκατ. ευρώ σε σχέση με τον στόχο. Τον Αύγουστο μάλιστα ανήλθαν σε 2,804 δισ. ευρώ, σημειώνοντας υπέρβαση 166 εκατ. ευρώ.
Οι δύο κατηγορίες εσόδων καταγράφουν έτσι διαφορετική συμπεριφορά. Από τη μία πλευρά, ο ΦΠΑ ευνοείται δημοσιονομικά από τις υψηλότερες τιμές, καθώς υπολογίζεται επί της αξίας των προϊόντων και των υπηρεσιών. Όσο αυξάνεται η τελική τιμή, τόσο μεγαλώνει και το ποσό του φόρου που αναλογεί στην ίδια κατανάλωση. Από την άλλη, οι ΕΦΚ στα καύσιμα επηρεάζονται από τον όγκο της κατανάλωσης. Όταν οι υψηλές τιμές οδηγούν τους καταναλωτές σε περιορισμό των μετακινήσεων και της χρήσης των οχημάτων, η φορολογική βάση συρρικνώνεται.
Μέσα σε αυτό το σκηνικό, οι επόμενες εβδομάδες αποκτούν ιδιαίτερη σημασία για την αγορά καυσίμων. Η πρώτη ημερομηνία-ορόσημο είναι η 30ή Σεπτεμβρίου, όταν αναμένονται οι κυβερνητικές ανακοινώσεις για τα μέτρα στήριξης στα καύσιμα, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται η επέκταση της επιδότησης για το diesel κίνησης. Ακολουθεί η 14η Οκτωβρίου, οπότε αναμένονται οι ανακοινώσεις για το πετρέλαιο θέρμανσης, μία ημέρα πριν από την έναρξη της διάθεσής του στην αγορά, στις 15 Οκτωβρίου.
Πηγή: iefimerida.gr
