Τα αποτελέσματα του PISA 2025 λειτουργούν ως ακόμη ένα ηχηρό καμπανάκι για το ελληνικό εκπαιδευτικό σύστημα. Και αυτή τη φορά το πρόβλημα δεν μπορεί εύκολα να αποδοθεί ούτε στην πανδημία ούτε σε μια συγκυριακή πτώση επιδόσεων. Η εικόνα που διαμορφώνεται είναι περισσότερο δομική: η Ελλάδα εξακολουθεί να βρίσκεται κάτω από τον μέσο όρο των χωρών του OECD στα μαθηματικά, στην κατανόηση κειμένου και στις φυσικές επιστήμες, ενώ η απόσταση σε ορισμένους δείκτες παραμένει μεγάλη.
Το πιο ανησυχητικό εύρημα αφορά τα μαθηματικά. Μόλις το 50% των Ελλήνων μαθητών ηλικίας 15 ετών φτάνει στο βασικό επίπεδο επάρκειας, όταν ο αντίστοιχος μέσος όρος του OECD βρίσκεται στο 65%. Με απλά λόγια, περίπου ένας στους δύο μαθητές δυσκολεύεται να χρησιμοποιήσει στοιχειώδεις μαθηματικές γνώσεις σε καταστάσεις της καθημερινής ζωής.
Η εικόνα δεν είναι πολύ καλύτερη στην ανάγνωση. Το 56% των Ελλήνων μαθητών κατακτά το βασικό επίπεδο, έναντι 69% στον OECD, ενώ στις φυσικές επιστήμες το αντίστοιχο ποσοστό βρίσκεται στο 59%, όταν ο διεθνής μέσος όρος αγγίζει το 74%.
Δεν είναι πια μόνο η πανδημία
Το ανησυχητικό στοιχείο είναι ότι το 2025 δεν καταγράφηκε η ανάκαμψη που θα περίμενε κανείς μετά τη μεγάλη αναστάτωση της πανδημίας. Οι επιδόσεις στα μαθηματικά και στις επιστήμες έμειναν ουσιαστικά στάσιμες σε σχέση με το 2022, ενώ στην ανάγνωση υπήρξε νέα υποχώρηση.
Ακόμη πιο αποκαλυπτική είναι η σύγκριση σε βάθος χρόνου. Σε σχέση με το 2015, έχει αυξηθεί αισθητά το ποσοστό των μαθητών που δεν φτάνει ούτε στο βασικό επίπεδο επάρκειας. Η αύξηση φτάνει τις 14 ποσοστιαίες μονάδες στα μαθηματικά, τις 17 στην ανάγνωση και τις 8 στις φυσικές επιστήμες.
Άρα το πρόβλημα δεν μοιάζει πλέον προσωρινό. Δείχνει να έχει χαρακτηριστικά διαρκείας.
Η αριστεία περιορίζεται
Υπάρχει όμως και μια δεύτερη πλευρά των αποτελεσμάτων, εξίσου σοβαρή.
Η Ελλάδα δεν έχει μόνο πολλούς μαθητές με χαμηλές επιδόσεις. Έχει και πολύ μικρό αριθμό μαθητών που φτάνουν στις υψηλότερες βαθμίδες.
Μόλις το 2% θεωρείται υψηλής επίδοσης στα μαθηματικά, έναντι 8% στον OECD. Στις φυσικές επιστήμες το αντίστοιχο ποσοστό περιορίζεται περίπου στο 1%, όταν ο μέσος όρος των χωρών του OECD φτάνει το 7%.
Το ελληνικό εκπαιδευτικό σύστημα, δηλαδή, εμφανίζεται να δυσκολεύεται και στα δύο άκρα: δεν περιορίζει επαρκώς τη μαθησιακή υστέρηση, αλλά ούτε δημιουργεί μεγάλη δεξαμενή μαθητών πολύ ψηλών επιδόσεων.
Το παράδοξο της ελληνικής παραπαιδείας
Εδώ βρίσκεται ίσως και η μεγαλύτερη ελληνική αντίφαση. Η χώρα διαθέτει ένα εκπαιδευτικό μοντέλο στο οποίο οι μαθητές περνούν εξαιρετικά πολλές ώρες γύρω από τη μάθηση. Σχολείο, φροντιστήριο, ιδιαίτερα μαθήματα, ξένες γλώσσες, εξετάσεις.
Κι όμως, όταν καλούνται όχι να αναπαράγουν αποστηθισμένη γνώση αλλά να τη χρησιμοποιήσουν σε ένα νέο πρόβλημα, να αξιολογήσουν πληροφορίες, να κατανοήσουν ένα σύνθετο κείμενο ή να εφαρμόσουν μια μαθηματική έννοια στην πράξη, οι επιδόσεις υποχωρούν. Αυτό ακριβώς είναι που μετρά σε μεγάλο βαθμό το PISA. Και εκεί ίσως βρίσκεται η καρδιά του προβλήματος.
Το ελληνικό σχολείο παραμένει σε σημαντικό βαθμό προσανατολισμένο στην κάλυψη ύλης, στις εξετάσεις και στην αναπαραγωγή γνώσεων. Το PISA, αντίθετα, εξετάζει κατά πόσο ο μαθητής μπορεί να χρησιμοποιήσει αυτά που γνωρίζει. Η διαφορά είναι κρίσιμη.
Κοπάνες, καθυστερήσεις και σχολική κουλτούρα
Τα αποτελέσματα φωτίζουν και μια λιγότερο συζητημένη διάσταση: τη σχέση των μαθητών με το ίδιο το σχολείο.
Στην Ελλάδα, περίπου 31% των μαθητών δηλώνει ότι είχε χάσει τουλάχιστον μία ολόκληρη ημέρα σχολείου μέσα στις δύο εβδομάδες πριν από την εξέταση, έναντι 22% στον OECD.
Ακόμη πιο εντυπωσιακό είναι το ποσοστό όσων δήλωσαν ότι είχαν χάσει τουλάχιστον μία ώρα μαθήματος: 49%, όταν ο μέσος όρος του OECD βρίσκεται στο 24%.
Παράλληλα, 62% των μαθητών είχε καθυστερήσει να πάει στο σχολείο. Οι αριθμοί δεν εξηγούν από μόνοι τους τις χαμηλές επιδόσεις. Δείχνουν όμως ότι το πρόβλημα δεν περιορίζεται στα βιβλία και στα προγράμματα σπουδών. Αφορά και τη σχολική κουλτούρα, τη σχέση του μαθητή με τη σχολική διαδικασία και τελικά το πόσο ουσιαστική θεωρεί ο ίδιος τη συμμετοχή του σε αυτήν.
Το πρόβλημα των εκπαιδευτικών
Σημαντική είναι και η εικόνα που καταγράφεται στο ανθρώπινο δυναμικό. Το 46% των μαθητών βρίσκεται σε σχολεία όπου οι διευθυντές δηλώνουν ότι η διδασκαλία επηρεάζεται από ελλείψεις εκπαιδευτικών. Για το βοηθητικό προσωπικό, το αντίστοιχο ποσοστό φτάνει στο 78%.
Αυτό σημαίνει ότι κάθε συζήτηση για τις επιδόσεις των μαθητών δεν μπορεί να απομονωθεί από το ζήτημα της στελέχωσης, των κενών, της υποστήριξης των σχολικών μονάδων και της σταθερότητας του εκπαιδευτικού προσωπικού.
Υπάρχει όμως και μια θετική ένδειξη
Μέσα στη γενικά αρνητική εικόνα υπάρχει και ένα στοιχείο που αξίζει προσοχής. Περίπου 74% των Ελλήνων μαθητών δηλώνει ότι πιστεύει πως η ευφυΐα και οι ικανότητες μπορούν να αναπτυχθούν με προσπάθεια και σωστή ανατροφοδότηση, ποσοστό υψηλότερο από τον μέσο όρο του OECD. Με άλλα λόγια, τα παιδιά δεν φαίνεται να έχουν παραιτηθεί. Και αυτό ίσως είναι το σημαντικότερο θετικό μήνυμα: υπάρχει ακόμη διαθέσιμο ανθρώπινο δυναμικό και διάθεση για μάθηση. Το ζήτημα είναι αν το εκπαιδευτικό σύστημα μπορεί να τα αξιοποιήσει.
Είναι τελικά οικονομικό πρόβλημα
Τα αποτελέσματα δεν πρέπει να διαβαστούν μόνο ως μια ακόμη εκπαιδευτική κατάταξη. Μια χώρα στην οποία μεγάλο μέρος των νέων δυσκολεύεται στον μαθηματικό, επιστημονικό και αναγνωστικό γραμματισμό θα αντιμετωπίσει αργά ή γρήγορα πρόβλημα παραγωγικότητας, καινοτομίας και ανταγωνιστικότητας. Η Ελλάδα συζητά για ψηφιακό μετασχηματισμό, τεχνητή νοημοσύνη, νέες τεχνολογίες και οικονομία υψηλής προστιθέμενης αξίας. Αλλά αυτές οι έννοιες προϋποθέτουν ανθρώπους με ισχυρές βασικές δεξιότητες.
Το PISA 2025 επομένως δεν είναι απλώς ένας βαθμός για το υπουργείο Παιδείας. Είναι ένας δείκτης για το πώς θα μοιάζει η ελληνική οικονομία σε δέκα ή δεκαπέντε χρόνια. Και το συμπέρασμα είναι δύσκολο να ωραιοποιηθεί, το ελληνικό σχολείο εξακολουθεί να παράγει πολλές ώρες διδασκαλίας, πολλές εξετάσεις και τεράστια παραπαιδεία, χωρίς να μετατρέπει με την ίδια αποτελεσματικότητα αυτή την προσπάθεια σε πραγματικές δεξιότητες. Αν αυτό δεν αλλάξει, το PISA δεν θα είναι το πρόβλημα. Θα είναι απλώς ο καθρέφτης του.
