Το Εφετείο απέρριψε στην ολότητά της την έφεση της Ε.Ι., επικυρώνοντας την πρωτόδικη καταδίκη της για κατοχή αντικειμένου που εκκενώνει ηλεκτρική ενέργεια και για επίθεση προκαλούσα πραγματική σωματική βλάβη. Η υπόθεση αφορούσε περιστατικό κατά το οποίο, σύμφωνα με τα ευρήματα του πρωτόδικου Δικαστηρίου που έγιναν δεκτά από το Εφετείο, η Ε.Ι χτύπησε άλλη γυναίκα με αντικείμενο που λειτουργούσε ως συσκευή ηλεκτρικής εκκένωσης. Το αντικείμενο αυτό περιγράφηκε από την ίδια ως φανάρι που διοχέτευε ηλεκτρισμό και το οποίο, κατά την παραδοχή της, είχε αγοράσει από το πανηγύρι του Κατακλυσμού στη Λάρνακα.
Ήθελε ακύρωση καταδίκης
Η Ε.Ι. είχε αντιμετωπίσει πρωτόδικα τρεις κατηγορίες, για κατοχή αντικειμένου κατασκευασμένου για εκκένωση ηλεκτρικής ενέργειας, επίθεση προκαλούσα πραγματική σωματική βλάβη και απειλή βιαιοπραγίας. Το πρωτόδικο Δικαστήριο την αθώωσε και την απάλλαξε από την κατηγορία της απειλής βιαιοπραγίας, αλλά την έκρινε ένοχη στις δύο άλλες κατηγορίες, επιβάλλοντάς της ποινή προστίμου. Η ίδια δεν είχε παραδεχθεί τις κατηγορίες και η υπόθεση οδηγήθηκε σε ακρόαση.
Με την έφεσή της, η Ε.Ι., η οποία χειρίστηκε την υπόθεση αυτοπροσώπως τόσο πρωτόδικα όσο και ενώπιον του Εφετείου, προέβαλε εννέα λόγους ζητώντας την ανατροπή της καταδίκης. Το Εφετείο έκρινε ότι κανένας από αυτούς δεν μπορούσε να επιτύχει και επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση.
Άφαντο το φανάρι
Κεντρικό σημείο της έφεσης ήταν ότι το αντικείμενο που φέρεται να εκκένωνε ηλεκτρική ενέργεια δεν παρουσιάστηκε στο πρωτόδικο Δικαστήριο. Δεν υπήρχε επίσης, όπως υποστήριξε η Ε.Ι, κατάθεση ή γνωμάτευση ειδικού που να επιβεβαιώνει τη λειτουργία του αντικειμένου.
Το Εφετείο όμως υιοθέτησε την προσέγγιση του πρωτόδικου Δικαστηρίου ότι η μη παρουσίαση του αντικειμένου δεν ήταν από μόνη της αρκετή για να καταρρεύσει η υπόθεση. Σημαντικό ρόλο διαδραμάτισε βίντεο από τον χώρο του περιστατικού, στο οποίο φαινόταν πρόσωπο (Ε.Ι) να επιτίθεται σε άλλο πρόσωπο με όργανο που έβγαζε φως και συγκεκριμένο ήχο, ενώ η παραπονούμενη φώναζε. Το βίντεο είχε κατατεθεί ως τεκμήριο και ο αυτόπτης μάρτυρας που το είχε τραβήξει κατέθεσε ότι είδε την κατηγορούμενη να επιτίθεται με συσκευή εκκένωσης ηλεκτρισμού.
Το Δικαστήριο έλαβε επίσης υπόψη ότι, σύμφωνα με την απόφαση, η ίδια η Ε.Ι. είχε παραδεχθεί σε κατάθεσή της ότι επιτέθηκε στην παραπονούμενη με φανάρι που διοχέτευε ηλεκτρική ενέργεια. Είχε επίσης αναφέρει προφορικά σε αστυνομικό μάρτυρα ότι είχε αγοράσει από τον Κατακλυσμό φανάρι που «από πίσω έβγαζε ηλεκτρική ενέργεια».
Ιατρική μαρτυρία
Σημαντικό στοιχείο ήταν και η ιατρική μαρτυρία. Ο γιατρός που εξέτασε την παραπονούμενη διαπίστωσε πολλαπλά εγκαύματα και εκδορές στην πλάτη και στο στήθος, καθώς και εγκαύματα στο δεξί μπράτσο. Τα εγκαύματα χαρακτηρίστηκαν πρώτου βαθμού, δηλαδή προκάλεσαν κοκκινίλες και ερυθρότητα. Ο γιατρός ανέφερε ότι τα τραύματα θα μπορούσαν να προκύψουν από ηλεκτρισμό, ενώ διευκρίνισε ότι δεν επρόκειτο για εγκαύματα τριβής.
Η «πραγματική σωματική βλάβη» δεν σημαίνει αναγκαστικά βαριά ή μόνιμη βλάβη. Σημαίνει όμως τραυματισμό που ξεπερνά την εντελώς ασήμαντη ενόχληση και έχει πραγματική σωματική επίπτωση. Στην προκειμένη περίπτωση, το Δικαστήριο θεώρησε ότι τα ευρήματα του γιατρού, σε συνδυασμό με το βίντεο, τις μαρτυρίες και τις παραδοχές της Ε.Ι επαρκούσαν.
Δεν έπεισε για εμπάθεια μαρτύρων
Η Ε.Ι. υποστήριξε ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο έκανε λάθος στην αξιολόγηση των μαρτύρων, αποδίδοντας σε κάποιους μίσος, εμπάθεια, αντιφάσεις ή έλλειψη εμπειρογνωμοσύνης.
Το Εφετείο υπενθύμισε τη σταθερή νομολογία ότι η αξιολόγηση της μαρτυρίας ανήκει κυρίως στο πρωτόδικο Δικαστήριο, επειδή αυτό βλέπει και ακούει τους μάρτυρες στη ζωντανή διαδικασία. Παρέμβαση γίνεται μόνο όταν τα ευρήματα συγκρούονται με τη λογική, δεν στηρίζονται στη μαρτυρία, είναι αυθαίρετα, αντιφατικά ή παράλογα. Στην υπόθεση αυτή, το Εφετείο δεν διαπίστωσε τέτοιο σφάλμα.
Το πρωτόδικο Δικαστήριο είχε κρίνει αξιόπιστους τους βασικούς μάρτυρες της Κατηγορούσας Αρχής, ενώ αντίθετα είχε εντοπίσει, σύμφωνα με την απόφαση, πληθώρα αντιφάσεων στις θέσεις της κατηγορούμενης Ε.Ι. Το Εφετείο έκρινε ότι η προσέγγιση αυτή ήταν επιτρεπτή και δεν υπήρχε λόγος ανατροπής της.
Η σύλληψη, η έρευνα και η δίκαιη δίκη
Η Ε.Ι. προέβαλε επίσης ότι η σύλληψή της και η έρευνα που έγινε ήταν παράνομες. Το Εφετείο απέρριψε και αυτούς τους λόγους. Για τη σύλληψη σημείωσε ότι, όπως παραδέχθηκε και η ίδια, το ένταλμα εκδόθηκε στις 00:01 και η σύλληψή της έγινε στις 00:30 της ίδιας ημέρας, δηλαδή μετά την έκδοση του εντάλματος. Δεν τέθηκε ενώπιον του Εφετείου στοιχείο που να δικαιολογεί τη θέση περί παράνομης σύλληψης.
Σε σχέση με την έρευνα, η Ε.Ι. υποστήριξε ότι αστυνομικοί περικύκλωσαν το όχημά της, ερεύνησαν το αυτοκίνητο και στη συνέχεια εισήλθαν στο διαμέρισμά της, με αποτέλεσμα να επανέλθουν τραυματικές μνήμες και να λάβει ηρεμιστικά χάπια. Το πρωτόδικο Δικαστήριο είχε απορρίψει τους ισχυρισμούς, σημειώνοντας ότι δεν παρουσιάστηκε ιατρική μαρτυρία που να δείχνει πως επηρεάστηκε η κρίση ή η ψυχική της κατάσταση. Το Εφετείο συμφώνησε με την προσέγγιση αυτή.
Απορρίφθηκε και ο ισχυρισμός ότι δεν έτυχε δίκαιης δίκης. Το Εφετείο σημείωσε ότι το ζήτημα της δίκαιης δίκης δεν εξετάζεται αφηρημένα, αλλά πρέπει να αποδεικνύεται συγκεκριμένα με ποιον τρόπο επηρεάστηκαν τα δικαιώματα της υπεράσπισης. Στην προκειμένη περίπτωση, έκρινε ότι αυτό δεν αποδείχθηκε.
Η «δίκη εντός δίκης»
Στην απόφαση γίνεται αναφορά και στη λεγόμενη «δίκη εντός δίκης». Πρόκειται για ειδική διαδικασία μέσα στην κύρια δίκη, με την οποία το Δικαστήριο εξετάζει αν μια κατάθεση δόθηκε θεληματικά, δηλαδή χωρίς πίεση ή εξαναγκασμό, ώστε να αποφασίσει αν μπορεί να γίνει δεκτή ως τεκμήριο.
Η Ε.Ι. είχε θέσει θέμα μη θεληματικότητας της κατάθεσής της, αλλά το πρωτόδικο Δικαστήριο, μετά τη σχετική διαδικασία, την αποδέχθηκε. Το Εφετείο σημείωσε ότι δεν υπήρχε ξεκάθαρος λόγος έφεσης που να στρέφεται κατά της ενδιάμεσης αυτής απόφασης, άρα το ζήτημα δεν μπορούσε να εξεταστεί εμμέσως.
Όχι σε όλα και επικύρωση καταδίκης
Το Εφετείο κατέληξε ότι οι λόγοι έφεσης δεν μπορούσαν να επιτύχουν και έκρινε ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο είχε στηριχθεί σε αποδεκτή μαρτυρία, σε βίντεο, σε ιατρικά ευρήματα και στις παραδοχές της ίδιας της Ε.Ι. Παρά το γεγονός ότι το επίδικο αντικείμενο ηλεκτρικής εκκένωσης δεν εντοπίστηκε και δεν παρουσιάστηκε στο Δικαστήριο, κρίθηκε ότι υπήρχαν επαρκή στοιχεία για την απόδειξη των αδικημάτων για τα οποία καταδικάστηκε.
Έτσι, η έφεση απορρίφθηκε στην ολότητά της και η πρωτόδικη καταδικαστική απόφαση επικυρώθηκε.
Την σύνθεση του Εφετείου αποτελούσαν οι Δικαστές, Μ. Αμπίζας, Στ. Χριστοδουλίδου-Μέσσιου και Ι. Στυλιανίδου. Εκ μέρους του Γενικού Εισαγγελέα εμφανίστηκε ο Δικηγόρος Αθ. Παπανικολάου.
Πηγή: cyprustimes.com
