Το Σωματείο, επισημαίνει σε ανακοίνωσή του ότι «οι εργαζόμενοι στο Θέατρο έχουν ήδη δικαιωθεί τόσο σε πρώτο βαθμό όσο και σε επίπεδο Εφετείου ως προς τη χορήγηση του επιδόματος ανθυγιεινής και επικίνδυνης εργασίας».
Αναλυτικά:
«Σε λίγες ημέρες θα παραστούμε ενώπιον του Αρείου Πάγου για την εκδίκαση της υπόθεσης του επιδόματος ανθυγιεινής και επικίνδυνης εργασίας.
Το Σωματείο μας θέλει να αναδείξει το ζήτημα, καθώς αυτό αφορά άμεσα το αίσθημα δικαίου και υπερβαίνει τα όρια μιας απλής δικαστικής διαφοράς.
Οι εργαζόμενοι στο Θέατρο έχουν ήδη δικαιωθεί τόσο σε πρώτο βαθμό όσο και σε επίπεδο Εφετείου ως προς τη χορήγηση του επιδόματος ανθυγιεινής και επικίνδυνης εργασίας.
Παρά ταύτα, η Διοίκηση επέλεξε να εξαντλήσει τα ένδικα μέσα και να προσφύγει στον Άρειο Πάγο, αφενός παρατείνοντας την εκκρεμότητα και διατηρώντας μια κατάσταση αβεβαιότητας για τους εργαζόμενους και αφετέρου αμφισβητώντας ευθέως τις προηγηθείσες αποφάσεις του δικαστηρίου και του εφετείου.
Επέλεξε επίσης να διαθέσει πόρους για νομικές ενέργειες και γνωμοδοτήσεις που αμφισβητούν και τα δικαιώματα των εργαζομένων, ωθώντας μας να αναρωτιόμαστε αναφορικά με τις προτεραιότητές της, όταν μάλιστα βρίσκεται καθημερινά σε τριβή με τις συνθήκες εργασίας στις σκηνές και γενικότερα στις κτιριακές υποδομές του ΚΘΒΕ.
Στο δια ταύτα, αδυνατούμε να κατανοήσουμε, πώς μπορεί να αμφισβητείται η ύπαρξη επικινδυνότητας σε μια εργασία, όταν αυτή έχει ήδη αναγνωριστεί από τη Δικαιοσύνη σε δύο βαθμούς;
Αξίζει να σημειωθεί πως, η ίδια η Πολιτεία, με πρόσφατη κανονιστική ρύθμιση, προχώρησε στη χορήγηση του επιδόματος σε κατηγορίες εργαζομένων στον χώρο του Πολιτισμού.
Άρα η ίδια η Πολιτεία αναγνωρίζει την επικινδυνότητα της εργασίας στο Θέατρο, αλλά την εφαρμόζει αποσπασματικά, δημιουργώντας αντιφάσεις με εργαζόμενους πολλών ταχυτήτων, οι οποίοι ωστόσο έχουν παρεμφερείς αρμοδιότητες και εκτίθενται σε παρόμοιες συνθήκες. Παρόλα αυτά αντιμετωπίζονται διαφορετικά.
Στην πράξη, εργαζόμενοι που δουλεύουν δίπλα δίπλα, στον ίδιο χώρο, υπό τις ίδιες απαιτητικές συνθήκες – ιδίως κατά τη διάρκεια περιοδειών, σε εξωτερικά περιβάλλοντα και υπό μεταβαλλόμενες καιρικές συνθήκες – αντιμετωπίζονται διαφορετικά ως προς τη χορήγηση του επιδόματος, χωρίς να καθίσταται σαφές ποια αντικειμενικά και διαφανή κριτήρια οδήγησαν σε αυτή τη διάκριση.
Πολύ απλά, στο ίδιο θέατρο, στην ίδια σκηνή, στην ίδια παράσταση, άλλοι εργαζόμενοι αναγνωρίζονται ως εκτεθειμένοι σε επικίνδυνες συνθήκες και άλλοι όχι.
Αλήθεια πόση επαφή με τη θεατρική εργασιακή πραγματικότητα μπορεί να είχαν οι άνθρωποι που έθεσαν τα κριτήρια για την παροχή του επιδόματος;
Η πραγματικότητα της εργασίας στο Θέατρο δεν μπορεί να περιοριστεί σε θεωρητικές προσεγγίσεις περί “επαρκούς πρόληψης” των κινδύνων με μέσα ατομικής προστασίας. Τα μέσα αυτά είναι απαραίτητα, αλλά δεν αναιρούν τη φύση της εργασίας ούτε εξαλείφουν πλήρως την έκθεση των εργαζομένων.
Το Σωματείο δεν προδικάζει την κρίση της Δικαιοσύνης, την οποία σέβεται απολύτως. Ωστόσο, επισημαίνει ότι η ουσία της υπόθεσης αφορά την αναγνώριση της πραγματικής εργασίας και των συνθηκών υπό τις οποίες αυτή παρέχεται.
Σε μια περίοδο όπου η κοινωνία απαιτεί συνέπεια, ισότητα και σεβασμό στην εργασία, η τελική κρίση στην επικείμενη δικαστική διαδικασία, καλείται να σταθμίσει όχι μόνο νομικά επιχειρήματα, αλλά και την ουσιαστική πραγματικότητα που βιώνουν καθημερινά οι εργαζόμενοι, η οποία είναι σαφές πως θα διαταραχτεί σοβαρά μέσα σε περιβάλλον άνισης μεταχείρισης και αδικίας.
Το Σωματείο καλεί τη Διοίκηση, ακόμα και την ύστατη ώρα να επανεξετάσει τη στάση της και να συμβάλει στη διαμόρφωση ενός πλαισίου δικαιοσύνης και ισότιμης αντιμετώπισης για όλους τους εργαζόμενους, αλλά και σε ένα κλίμα εμπιστοσύνης και εργασιακής ειρήνης».
