Σε μια προσπάθεια να βγει από το αδιέξοδο, ο Αμερικανός πρόεδρος προανήγγειλε μια «οικονομική D-Day»: να εξαπολύσει δηλαδή έναν ανηλεή, πρωτοφανή οικονομικό πόλεμο κατά του Ιράν, στο πλαίσιο του οποίου οποιαδήποτε χώρα συναλλάσσεται με το Ιράν θα βρίσκεται αντιμέτωπη με «τεράστιες» οικονομικές συνέπειες.
Το Ιράν, ωστόσο, βρίσκεται εδώ και χρόνια αντιμέτωπο με κυρώσεις και μέχρι στιγμής έχει δείξει αφενός προθυμία να υπομείνει το κόστος και αφετέρου μια ιδιαίτερη ικανότητα προσαρμογής στις τεράστιες οικονομικές και στρατιωτικές πιέσεις που υφίσταται, καθώς ο πόλες παρατείνεται.
Το βασικό ερώτημα που προκύπτει, επομένως, είναι αν οι νέες κυρώσεις των ΗΠΑ μπορούν να αποδώσουν εκεί όπου άλλες στρατηγικές απέτυχαν.
«Ή είστε μαζί μας ή εναντίον μας»
Ο ακριβής μηχανισμός της νέας αμερικανικής οικονομικής εκστρατείας κατά της Τεχεράνης παραμένει επί του παρόντος ασαφής. Ο υπουργός Οικονομικών των ΗΠΑ Σκοτ Μπέσεντ έχει δεσμευτεί όμως ότι θα αποκαλύψει τις λεπτομέρειές της σε συνέντευξη Τύπου την προσεχή Δευτέρα, 24 Αυγούστου.
Σε συνέντευξή του, πάντως, στο CNBC, ο Μπέσεντ κατέστησε σαφές ότι οι ΗΠΑ είναι διατεθειμένες να αναλάβουν δράση εναντίον οποιασδήποτε χώρας -είτε φίλιας είτε εχθρικής- εφόσον θεωρούν ότι προσφέρει σανίδα σωτηρίας στο Ιράν.
«Ή είστε μαζί μας ή εναντίον μας», δήλωσε χαρακτηριστικά και πρόσθεσε: «Εάν επιμένετε να συναλλάσσεστε [με το Ιράν], είτε μεταφέροντας κεφάλαια, είτε αγοράζοντας το πετρέλαιό του είτε πραγματοποιώντας θαλάσσιες μεταφορές, τότε το αμερικανικό υπουργείο Οικονομικών και η κυβέρνηση των ΗΠΑ... θα χρησιμοποιήσουν όλη τους την ισχύ και τη δύναμη για να επιβάλουν μέτρα εναντίον σας».
Ο Αμερικανός αντιπρόεδρος Τζέι Ντι Βανς χαρακτήρισε τις κυρώσεις «νέα φάση» της σύγκρουσης, όπου η οικονομική πίεση αποτελεί το «πιο αποτελεσματικό» εργαλείο που διαθέτουν οι ΗΠΑ.
«Θα προσπαθήσουν να μας ασκήσουν οικονομική πίεση, αλλά αυτό που ισχύει τις τελευταίες δύο εβδομάδες είναι ότι εκείνοι έχουν υποστεί πολύ μεγαλύτερη πίεση από εμάς», δήλωσε ο Βανς στην εκπομπή Clay Travis and Buck Sexton.
«Θα συνεχίσουμε έτσι, διότι πιστεύουμε ότι αυτός είναι ο καλύτερος τρόπος για να επιτύχουμε εν τέλει τον τελικό στόχο», πρόσθεσε ο Αμερικανός αντιπρόεδρος.
Δεκαετίες κυρώσεων και μια νέα εκστρατεία πίεσης
Το Ιράν υφίσταται δυσβάστακτες κυρώσεις από τις ΗΠΑ σχεδόν από την ίδρυση της Ισλαμικής Δημοκρατίας, το 1979.
Οι οικονομικές πιέσεις προς την Τεχεράνη εντάθηκαν αφότου η πρώτη κυβέρνηση Τραμπ αποσύρθηκε από το Κοινό Ολοκληρωμένο Σχέδιο Δράσης (JCPOA), τη συμφωνία που συνήφθη το 2015 μεταξύ παγκόσμιων δυνάμεων και του Ιράν με στόχο τον περιορισμό του ιρανικού πυρηνικού προγράμματος.
Επιπροσθέτως, στο πλαίσιο της τρέχουσας σύγκρουσης, η αμερικανική κυβέρνηση έχει ήδη ανακοινώσει την Επιχείρηση «Economic Fury», μια διττή οικονομική εκστρατεία που συνδυάζει κυρώσεις, συντονισμένες από το αμερικανικό υπουργείο Οικονομικών, σε βάρος οντοτήτων που διευκολύνουν τις χρηματοοικονομικές ροές προς το ιρανικό καθεστώς, και ναυτικό αποκλεισμό των ιρανικών λιμένων.
Ο Ίμραν Μπαγιούμι, ειδικός σε θέματα γεωστρατηγικής στο Atlantic Council στην Ουάσιγκτον και πρώην σύμβουλος πολιτικής του υπουργείου Άμυνας, επισημαίνει στο BBC ότι η τελευταία ανακοίνωση του Αμερικανού προέδρου πιθανότατα αποτελεί αποτέλεσμα της αυξανόμενης δυσαρέσκειας του Τραμπ για το γεγονός ότι οι μέχρι τώρα πιέσεις των ΗΠΑ δεν έχουν αποφέρει τα αποτελέσματα που επιδιώκει.
«Πρόκειται ουσιαστικά για μια παραδοχή ότι οι ΗΠΑ έχουν σχεδόν εγκλωβιστεί σε αυτόν τον πόλεμο». Αποτελεί άλλη μία προσπάθεια άσκησης οικονομικής πίεσης», σημειώνει.
«Πρόκειται απλώς για ένα ακόμη εργαλείο που χρησιμοποιούν οι ΗΠΑ», προσθέτει ο Μπαγιούμι και εξηγεί: «Δεν έχουμε δει από την κυβέρνηση να παρουσιάζεται μια σαφής στρατηγική, ούτε ως προς τα στρατιωτικά ούτε ως προς τα οικονομικά μέσα. Το ερώτημα για το τι ακριβώς προσπαθούν να επιτύχουν οι ΗΠΑ παραμένει αναπάντητο».
Στόχος οι τρίτες χώρες που κρατούν ανοιχτές ροές χρήματος προς το Ιράν
Η νέα στρατηγική των ΗΠΑ πιθανότατα είναι μια προσπάθεια «διεύρυνσης της εμβέλειας των οικονομικών επιπτώσεων» των κυρώσεων μέσω της στόχευσης τρίτων χωρών που εξακολουθούν να συναλλάσσονται με το Ιράν αλλά οι οικονομίες των οποίων εξαρτώνται από το αμερικανικό δολάριο, εκτιμά ο Μάικλ Πάρκερ, ο οποίος υπηρέτησε επί οκτώ χρόνια στο Γραφείο Ελέγχου Ξένων Περιουσιακών Στοιχείων (OFAC) των ΗΠΑ και είναι ειδικός σε θέματα οικονομικών κυρώσεων.
«Μέχρι σήμερα, οι ΗΠΑ έχουν χρησιμοποιήσει σε μεγάλο βαθμό την απειλή αυτών των δευτερογενών κυρώσεων εναντίον ξένων χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων, προκειμένου να ενθαρρύνουν τη συμμόρφωση με την πολιτική των κυρώσεων», σημειώνει ο Πάρκερ.
«Ωστόσο, πρόκειται για έναν μοχλό που παραμένει κατά κάποιον τρόπο ανεξερεύνητος, στον βαθμό που αφορά τη στόχευση οποιασδήποτε συναλλαγής συνδέεται με το αμερικανικό δολάριο και ταυτόχρονα με το Ιράν», προσθέτει.
Ως παράδειγμα, ο Πάρκερ επικαλείται τα ξένα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα που βοηθούν το Ιράν να παρακάμπτει τις κυρώσεις ή κατευθύνουν κεφάλαια προς τα ιρανικά ταμεία.
Το Ιράν έχει μάθει να προσαρμόζεται
Το πώς θα αντιδράσει το Ιράν στη νέα στρατηγική των ΗΠΑ παραμένει ασαφές, ωστόσο ειδικοί σε θέματα κυρώσεων επισημαίνουν ότι μέχρι στιγμής η Τεχεράνη έχει αποδειχθεί ιδιαίτερα ικανή στη χρήση μη συμβατικών διαύλων για την παράκαμψη των περιορισμών - όπως πλοία του λεγόμενου «σκιώδους στόλου» που μεταφέρουν το πετρέλαιό της ή νέα εμπορικά σχήματα-βιτρίνες που δεν περιλαμβάνονται στις αμερικανικές λίστες με τις οντότητες που υπόκεινται σε κυρώσεις.
«Βλέπουμε συνεχώς να εμφανίζονται νέα ονόματα, διότι το Ιράν προσαρμόζεται ταχύτατα», σημειώνει ο Μοχάμεντ Χαμούντα, διευθυντής ελέγχου εξαγωγών και κυρώσεων στο Χρηματιστήριο του Λονδίνου. «Όποιες κυρώσεις κι αν επιβληθούν, βρίσκουν έναν νέο δρόμο [για να τις παρακάμψουν]», εξηγεί.
Αυτή η προσαρμοστικότητα της Τεχεράνης, όπως σημειώνει, συχνά αναγκάζουν όσους είναι επιφορτισμένοι με την επιβολή μέτρων συμμόρφωσης να βρίσκονται διαρκώς ένα βήμα πίσω.
«Οι κυρώσεις υφίστανται στα χαρτιά, όμως η δύσκολη δουλειά γίνεται στο παρασκήνιο. Υπάρχουν ομάδες σε όλο τον κόσμο που προσπαθούν να επιβάλουν τις κυρώσεις και να εντοπίσουν τα εμπλεκόμενα μέρη, γι' αυτό και το Ιράν πρέπει να προσπαθεί συνεχώς να προσαρμόζεται», προσθέτει.
Το κρίσιμο τεστ για Τουρκία, Ιράκ και Κίνα
Το πόσο αποτελεσματικές θα αποδειχθούν αυτές οι νέες αμερικανικές κυρώσεις θα εξαρτηθεί σε μεγάλο βαθμό από την αντίδραση των χωρών που τελικά θα μπουν στο στόχαστρο της Ουάσινγκτον - μεταξύ των οποίων θα μπορούσαν να βρεθούν σύμμαχοι των ΗΠΑ, όπως η Τουρκία και το Ιράκ αλλά και η Κίνα.
«Σε έναν βαθμό, αυτό δεν εξαρτάται από το ίδιο το Ιράν», προσθέτει ο Πάρκερ και εξηγεί: «Η δυνατότητα της Τεχεράνης να παρακάμπτει ή να αποφεύγει τις κυρώσεις εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από το κατά πόσο άλλες χώρες και χρηματοπιστωτικά ιδρύματα είναι διατεθειμένα να προσφέρουν πρόσβαση στο επίσημο τραπεζικό σύστημα».
Ο Πάρκερ εκτιμά ότι η «αποτελεσματικότητα των κυρώσεων» θα εξαρτηθεί τελικά από το κατά πόσο οι χώρες που θα βρεθούν στο στόχαστρο είναι διατεθειμένες να ευθυγραμμιστούν με τους στόχους της αμερικανικής εξωτερικής πολιτικής, ή διαφορετικά, να βρεθούν δυνητικά αντιμέτωπες με επώδυνες στις συναλλαγές τους που συνδέονται με το αμερικανικό δολάριο.
Ορισμένοι ειδικοί, ωστόσο, αμφισβητούν κατά πόσο υπάρχει σήμερα τέτοια διάθεση συμμόρφωσης.
«Δεν μπορώ, για παράδειγμα, να φανταστώ την Κίνα να συμφωνεί σε κάτι τέτοιο», σημειώνει ο Μπαγιούμι. «Οι χώρες αυτές έχουν καταφέρει μέχρι σήμερα να διαχειρίζονται τις σχέσεις τους με την κυβέρνηση Τραμπ με γνώμονα τα δικά τους συμφέροντα».
«Το βασικό είναι ότι πρόκειται απλώς για ένα ακόμη εργαλείο. Το ευρύτερο ερώτημα, όμως, αφορά τη συνολική στρατηγική. Χωρίς σαφή στρατηγική, δεν είμαι βέβαιος ότι οι κυρώσεις αυτές μπορούν να αλλάξουν ουσιαστικά την κατάσταση σε βάθος χρόνου», σημειώνει.
Πηγή: skai.gr
