Στην Αθήνα το συγκεκριμένο έργο ξεκίνησε στη δεκαετία του 1980 από την Μελίνα Μερκούρη, η οποία ενδεχομένως εμπνεύστηκε τη συγκεκριμένη παρέμβαση από τη Ρώμη. Το γεγονός ότι μέχρι σήμερα η σχετική συζήτηση δεν είχε προχωρήσει και για τη Θεσσαλονίκη οφείλεται εν πολλοίς στο γεγονός ότι για την ελληνική πολιτεία διαχρονικά το αρχαίο ελληνικό πνεύμα περιορίζεται γεωγραφικά στην Αθήνα μέχρι την Πελοπόννησο, άντε και στην Κρήτη, όπου η Κνωσσός και η Φαιστός δεν μπορούν εύκολα να παρακαμφθούν και για πολιτικούς λόγους.
Η σημασία της συγκεκριμένης παρέμβασης για τη Θεσσαλονίκη είναι πολλαπλή, με κυριότερες δύο παραμέτρους.
Πρώτον, όταν ολοκληρωθεί η ενοποίηση θα εξελιχθεί σε βασικό επικοινωνιακό πλεονέκτημα, η προβολή του οποίου θα ενισχύσει τον τουρισμό της Θεσσαλονίκης. Και μάλιστα με επισκέπτες υψηλού οικονομικού προφίλ, αφού ως γνωστόν η ιστορία και τα επιτεύγματα του παρελθόντος ελκύουν ανθρώπους οι οποίοι συνειδητά και όχι παρεμπιπτόντως επισκέπτονται μια περιοχή.
Δεύτερον, η ενοποίηση των αρχαιολογικών χώρων και των μνημείων της Θεσσαλονίκης, με δεδομένο ότι θα είναι καθολική για το κέντρο της πόλης, χωρίς εξαιρέσεις, θα αποκαλύψει κάτι που χωρίς να είναι ακριβώς κρυμμένο, μετά βεβαιότητος είναι υποφωτισμένο. Την ιστορική διαχρονία της Θεσσαλονίκης, που από την ημέρα που ιδρύθηκε το 315 π.Χ. μέχρι σήμερα, επί 24 αιώνες, αποτελεί αδιαλείπτως αστικό κέντρο, δηλαδή πόλη. Ιδιότητα που δεν διαθέτει καμία άλλη περιοχή της σημερινής Ελλάδας. Με έντονη οικονομική δραστηριότητα, που έχει στο επίκεντρο της το λιμάνι, και ενδιαφέρουσα κοινωνική ζωή, που χαρακτηρίζεται από τον κοσμοπολιτισμό, τον οποίο εγγυάται η συμβίωση και η πολυχρωμία αρκετών εθνοτήτων. Διότι η Θεσσαλονίκη υπήρξε σταθερά δεύτερη πόλη, από συμβασιλεύουσα μέχρι συμπρωτεύουσα, στο Μακεδονικό βασίλειο στους ελληνιστικούς χρόνους, στη Ρωμαϊκή, τη Βυζαντινή και την Οθωμανική αυτοκρατορία, αλλά και στο σύγχρονο ελληνικό κράτος. Η πορεία της, δηλαδή, στον χρόνο είναι αδιάλειπτη, κάτι που αποδεικνύεται από τον τρόπο που είναι κτισμένη σε επάλληλα στρώματα, μία πόλη πάνω στην άλλη. Το βασικό της πλεονέκτημα – ο λόγος για τον οποίο δημιουργήθηκε από τον Κάσσανδρο- είναι η προνομιακή παραθαλάσσια γεωγραφικής της θέση, που την καθιστούσε πάντα πύλη του εμπορίου της περιοχής. Καθ’ υπερβολήν -ή μήπως όχι;- οι δύο Βαλκανικοί Πόλεμοι στις αρχές του 20ου αιώνα, έγιναν για το λιμάνι της Θεσσαλονίκης. Και ως γνωστόν όπου κινείται το χρήμα και ο πλούτος, ανθούν η κοινωνία, οι τέχνες και ο τρόπος ζωής.
Όλα αυτά, λοιπόν, μαζί με πολλά ακόμη θα αναδειχθούν από την ενοποίηση των αρχαιολογικών χώρων και των μνημείων της Θεσσαλονίκης, που αναμφίβολα θα εμπλουτίσουν τη συλλογική συνείδηση και θα ενισχύσουν την αυτοπεποίθηση της πόλης. Το ιστορικό κέντρο, που έτσι κι αλλιώς για τους κατοίκους και τους επισκέπτες είναι οριοθετημένο, θα αποκτήσει όχι απλώς σχήμα, αλλά και συγκεκριμένα χαρακτηριστικά, που καθώς «απλώνονται» σε όλη τη διάρκεια της ιστορίας της σφραγίζουν τη διαχρονία και την ταυτότητά της. Κατά κάποιον τρόπο Θεσσαλονικείς και επισκέπτες που κινούνται ή βολτάρουν στην Εγνατία, στην Αριστοτέλους, στην Τσιμισκή, στην πλατεία Ναυαρίνου και τα υπόλοιπα σημεία εντός των τειχών, θα έχουν την ευκαιρία να συνειδητοποιήσουν πού ακριβώς περπατούν. Τι ακριβώς υπάρχει κάτω από τα πόδια τους, αλλά και πώς η ατμόσφαιρα της πόλης προκύπτει σε αρκετές περιπτώσεις από το πέρασμα του χρόνου των 24 αιώνων.
