Την εξέλιξη επιβεβαίωσε ο αντιπεριφερειάρχης Υγείας Στερεάς Ελλάδας, Ανδρέας Τοουλιάς, μιλώντας στο STAR Κεντρικής Ελλάδας, επισημαίνοντας ωστόσο πως η έρευνα συνεχίζεται, καθώς πρέπει να ταυτοποιηθούν τόσο ο ενδιάμεσος διακινητής όσο και η μονάδα εκτροφής από την οποία προήλθαν τα προϊόντα.
«Στείλαμε επόπτη με κτηνίατρο και γίνεται έλεγχος σε όλα τα καταστήματα εστίασης από τα οποία έφυγαν τα ύποπτα κοτόπουλα, ελέγξαμε τους υπαλλήλους όλους. Προσανατολιζόμαστε προς τον προμηθευτή. Τον βρήκαμε, πήραμε ωμά κοτόπουλα τα στείλαμε σε εργαστήριο στη Χαλκίδα, προσπαθούμε να βρούμε την άκρη του νήματος γιατί υπάρχει τελικός προμηθευτής, ενδιάμεσος και η μονάδα εκτροφής».
Παράλληλα, εμφανίστηκε αισιόδοξος ότι δεν θα υπάρξει περαιτέρω διασπορά, υπογραμμίζοντας τη σημασία της σωστής διαχείρισης του συγκεκριμένου τροφίμου, ιδιαίτερα τους θερινούς μήνες.
«Πιστεύω ότι δεν θα έχουμε άλλα κρούσματα, το κοτόπουλο είναι ύπουλο τρόφιμο ειδικά το καλοκαίρι. Έχουμε καταλήξει από πού προέρχεται και ψάχνουμε να μην προμηθευτεί ξανά και πιστεύω ότι το έχουμε πιάσει» κατέληξε ο κ. Τοούλιας.
Από την πλευρά του, ο πρόεδρος του Επιστημονικού Συμβουλίου του ΕΟΔΥ, Θεόδωρος Βασιλακόπουλος, ανέφερε ότι οι αρμόδιες υπηρεσίες έχουν ήδη ενεργοποιήσει τη διαδικασία ιχνηλάτησης, προκειμένου να εντοπιστεί η πηγή της μόλυνσης.
«Οι υπηρεσίες έχουν ξεκινήσει την ιχνηλάτηση, πρέπει να πάμε πολύ πίσω, υπάρχουν συγκεκριμένες διαδικασίες που τηρούνται».
Παράλληλα, τόνισε ότι το σωστά μαγειρεμένο κρέας συνήθως δεν εγκυμονεί κινδύνους για τη δημόσια υγεία, ενώ συνέστησε προληπτικά την αποφυγή κατανάλωσης κοτόπουλου για λίγες ημέρες.
«Συνήθως ένα καλοψημένο κρέας δεν δημιουργεί πρόβλημα. Το να αποφύγουμε να καταναλώσουμε 2-3 ημέρες κοτόπουλο είναι μια καλή ιδέα».
Σύμφωνα με πληροφορίες του lamiareport.gr, μέχρι το μεσημέρι της Δευτέρας στα Επείγοντα του Νοσοκομείου Λαμίας είχαν προσέλθει συνολικά 30 άτομα με έντονα συμπτώματα γαστρεντερίτιδας, όπως πυρετό, εμετούς και διάρροια. Από αυτούς, οι 12 χρειάστηκε να νοσηλευτούν, καθώς η κατάσταση της υγείας τους κρίθηκε ότι απαιτούσε περαιτέρω παρακολούθηση.
Οι ίδιες πληροφορίες αναφέρουν ότι οι ασθενείς δεν είχαν κάποια μεταξύ τους σχέση ούτε είχαν καταναλώσει όλοι γεύμα στον ίδιο χώρο, γεγονός που δυσκολεύει την πλήρη διερεύνηση της υπόθεσης.
