Παράλληλα, το δικαστήριο υιοθέτησε την εισαγγελική πρόταση ως προς την κατηγορία της υπεξαγωγής εγγράφου, κρίνοντας ότι η πράξη έχει κακουργηματικό χαρακτήρα λόγω της φερόμενης ζημίας που υπερβαίνει τις 120.000 ευρώ. Για τον λόγο αυτό δήλωσε εαυτό αναρμόδιο και παρέπεμψε τη συγκεκριμένη κατηγορία στο Τριμελές Εφετείο Κακουργημάτων Αθηνών.
Ανακοινώνοντας την απόφαση, η πρόεδρος του δικαστηρίου ανέφερε ότι η πολύμηνη αποδεικτική διαδικασία κατέδειξε πως ήδη από το 2018 είχε καταγραφεί εντυπωσιακή αύξηση των δηλωμένων βοσκοτόπων, γεγονός που, όπως επισήμανε, είχε δημιουργήσει σοβαρές υπόνοιες για οργανωμένη απάτη και διοχέτευση κοινοτικών ενισχύσεων σε παραγωγούς μέσω συγκεκριμένων μηχανισμών. Στο πλαίσιο αυτό, υπενθύμισε ότι ο τότε νέος πρόεδρος του ΟΠΕΚΕΠΕ Γρηγόρης Βάρρας διέταξε τη διενέργεια ελέγχου, από τον οποίο προέκυψε η έκθεση της Παρασκευής Τυχεροπούλου.
«Οι κατηγορούμενοι γνώριζαν τα προβλήματα που είχαν ανακύψει, ωστόσο, σύμφωνα με τη δικανική πεποίθηση του δικαστηρίου, δεν προέβησαν στις ενέργειες που όφειλαν να πραγματοποιήσουν», ανέφερε η πρόεδρος, εξηγώντας το σκεπτικό της ενοχής για τα πλημμελήματα.
Μετά την ανακοίνωση της ετυμηγορίας επικράτησε ένταση στην αίθουσα, καθώς μέλη του ακροατηρίου διαμαρτυρήθηκαν, φωνάζοντας προς την έδρα ότι πρόκειται για «άδικη απόφαση».
Ως προς την επιμέτρηση της ποινής, το δικαστήριο αναγνώρισε κατά πλειοψηφία (2-1) και στους δύο καταδικασθέντες το ελαφρυντικό του πρότερου σύννομου βίου. Η εκ δεξιών σύνεδρος μειοψήφησε, εκφράζοντας την άποψη ότι το σχετικό αίτημα έπρεπε να απορριφθεί.
Διαφορετική ήταν η θέση του εισαγγελέα της έδρας, ο οποίος είχε εισηγηθεί να μη χορηγηθεί κανένα ελαφρυντικό. «Η ελαφρυντική περίσταση του πρότερου σύννομου βίου πρέπει να αποκλειστεί στη συγκεκριμένη περίπτωση. Οι κατηγορούμενοι, με τις πράξεις τους, καθημερινά υπέθαλπαν 80 εγκληματίες επί ένα έτος και οκτώ μήνες. Οι πράξεις τους είχαν διεθνή αντίκτυπο σε ευρωπαϊκό επίπεδο, με αποτέλεσμα να μειώνεται η αξιοπιστία της χώρας μας στην Ευρωπαϊκή Ένωση», υποστήριξε στην αγόρευσή του.
