Με ανεξάντλητη σκηνοθετική ενέργεια, ο Σκορσέζε, στην μόλις τρίτη του ταινία, αξιοποιεί στον μέγιστο βαθμό το κεντημένο ψιλοβελονιά σενάριο του Σρέιντερ, για να δώσει τον απαραίτητο χώρο στον Ντε Νίρο να ξετυλίξει την αδάμαστη ψυχική ένταση του ήρωα-αντιήρωα, περιγράφοντας αφοπλιστικά μία ολόκληρη εποχή, κάνοντας την οθόνη να πάλλεται από πάθος και κινηματογραφικό σθένος. Την Αμερική του σκανδάλου Γουότεργκεϊτ, της οδυνηρής ήττας στο Βιετνάμ και των νέων φαιδρών υποσχέσεων, από το πολιτικό και οικονομικό κατεστημένο, σε έναν λαβωμένο λαό, για μια νέα περίοδο «δόξης λαμπρής».

Το φιλμ, που συγκαταλέγεται ανάμεσα στα 100 κορυφαία όλων των εποχών, χάρισε το 1976 στον Σκορσέζε τον Χρυσό Φοίνικα στις Κάννες, προτάθηκε για τέσσερα Όσκαρ και κέρδισε τρία BAFTA, ενώ παραδόξως έκανε και ένα πολύ καλό ρεκόρ εισπράξεων, για μια χαμηλού κόστους παραγωγή, στην οποία ενεπλάκησαν και οι συνομήλικοι του Ιταλοαμερικάνου σκηνοθέτη, Μπράιαν Ντε Πάλμα και Στίβεν Σπίλμπεργκ.
Συμπληρώνοντας 50 χρόνια από την πρεμιέρα του, «Ο Ταξιτζής» γίνεται όλο και πιο επίκαιρος στις μέρες μας - όπως συμβαίνει με όλα τα αυθεντικά και μεγάλα καλλιτεχνικά έργα, καθώς πλέον στη θέση του περιφρονημένου και πληγωμένου βαθιά ήρωα του Σκορσέζε βρίσκονται μεγάλα κομμάτια των κοινωνιών παγκοσμίως. Μπορεί οι εποχές να έχουν προχωρήσει, αλλά ο κόσμος φαίνεται να κάνει ολοταχώς βήματα πίσω. Η ασυδοσία των πολιτικών ηγετών, που εξελίσσονται σε αυταρχικούς ηγεμόνες, η κυριαρχία των υπερπλούσιων, που γίνονται όλο και πλουσιότεροι, η αρρωστημένη εξάρτηση από την τεχνολογία, η χειραγώγηση και η αποξένωση, οι πόλεμοι, η φτώχεια, η κατακλυσμιαία ανασφάλεια των πολλών για το μέλλον, φανερώνουν το μέγεθος του προβλήματος. Δεν είναι πλέον μόνο η ζούγκλα της Νέας Υόρκης του ‘70. Είναι, όπως καθημερινά επιβεβαιώνεται από το αστυνομικό δελτίο, όλοι οι δρόμοι της βίας και της ανεξέλεγκτης οργής, από τις μεγάλες μητροπόλεις μέχρι τις κωμοπόλεις και τα χωριά όλου του κόσμου.

Όταν ο Ντε Πάλμα έφερε κοντά τους Σκορσέζε - Σρέιντερ
Όλα ξεκίνησαν από τον Ντε Πάλμα, όταν αυτός γνώρισε τον τότε ακόμη σχεδόν άσημο σεναριογράφο Πολ Σρέιντερ στον Σκορσέζε. Όταν ο σκηνοθέτης διάβασε το σενάριο κατάλαβε αμέσως ότι πρέπει να το μεταφέρει στην οθόνη. Αν και πίστευε ότι «την ταινία δεν θα την έβλεπε κανείς», δεν μπορούσε να συγκρατηθεί και με όλο του το πάθος έβαλε μπροστά το δύσκολο εγχείρημα, δεδομένης και της αγάπης του για τη Νέα Υόρκη, όπου διαδραματίζεται το στόρι.
Το ημερολόγιο, ο Ντοστογιέφσκι και το πορνό
Ο Σρέιντερ, που εμπνεύστηκε το σενάριό του από το ημερολόγιο του Άρθουρ Μπρέμερ, ο οποίος πυροβόλησε τον υποψήφιο για τις Προεδρικές εκλογές του 1972 Τζορτζ Γουάλας, αλλά και το μυθιστόρημα του Ντοστογιέφσκι «Σημειώσεις από το υπόγειο», επηρεάστηκε εμφανώς και από τις δικές του εμπειρίες και την αποξένωση που βίωσε ο ίδιος από την υπόλοιπη κοινωνία. Τότε, ο σπουδαίος γραφιάς ζούσε μοναχικά στο αυτοκίνητό του, έπινε ασταμάτητα, σύχναζε σε πορνοσινεμά και όταν χρειάστηκε κάποια στιγμή να πάει στο νοσοκομείο, συνειδητοποίησε ότι ο πρώτος άνθρωπος που μίλησε, έπειτα από πολύ καιρό, ήταν η νοσοκόμα.Το εμπνευσμένο στόρι
Ένας πρώην πεζοναύτης και βετεράνος του πολέμου στο Βιετνάμ, ο Τράβις Μπικλ, ζει πλέον στη Νέα Υόρκη και εργάζεται ως ταξιτζής τη νύχτα, καθώς υποφέρει από αϋπνίες και από κατάθλιψη, ενώ τη μέρα συχνάζει σε πορνό-κινηματογράφους. Αν και προσπαθεί να προσαρμοστεί στις νέες συνθήκες, παραμένει μοναχικός, με έντονη την αίσθηση του σωστού και του λάθους και δυσφορώντας με την κατάπτωση της ανθρωπότητας. Ο Τράβις, παθαίνει ψύχωση με μία όμορφη κοπέλα, που εργάζεται στην προεκλογική εκστρατεία ενός γερουσιαστή, την Μπέτσι, αλλά μετά από ένα άτυχο ραντεβού μαζί της, τρελαίνεται και αποφασίζει να μετατραπεί σε εκδικητή και αιματοβαμμένο Μεσσία. Μια από τις προτεραιότητες που βάζει είναι η διάσωση της ανήλικης πόρνης Άιρις, που προσπαθεί να ξεφύγει από τον βούρκο και τον προαγωγό της.

