Ανάμεσα σε άλλα, μάλιστα, αναφέρθηκε στην γνωριμία με την γυναίκα της ζωής τους.
«Η μαθήτρια θα γινόταν η Ασπούλα, η γυναίκα μου εδώ και πενήντα επτά χρόνια, αλλά τότε, Άνοιξη του ‘67, εγώ ήμουν αλλού ντ’ αλλού, μου είχαν κολλήσει διάφορες έμμονες ιδέες. Αποφάσισα ότι ο κάλος στη φωνή δεν θα φύγει ποτέ. «Θα φύγω από τα τραγούδια», σκεφτόμουν, δεν με ενδιαφέρουν πια. Θα βγάλω ναυτικό να μπαρκάρω, να θαλασσοπνιγώ». Περνούσε λίγος καιρός κι έξαφνα τρελαινόμουν αλλιώς. Ναι! Να μπαρκάρω, να γνωρίσω καινούριους τόπους, μακρινές πόλεις, να γνωρίσω γυναίκες πολλές, να μάθω πολλές γλώσσες, να κάνω πολλά παιδιά, να έχω παιδιά σε όλα τα μήκη και τα πλάτη της γης»
«Τέτοια ονειρευόμουν και ξαφνικά ξυπνάω και είναι πάνω μου μια αρκούδα από τη Γορτυνία και με βαράει να ομολογήσω, διότι είμαστε στη χούντα πλέον και με έχουν τώρα στην ταράτσα στην Μπουμπουλίνας» σημειώνει ο Διονύσης Σαββόπουλος στο βιβλίο του.
