Η συζήτηση έγινε με φόντο τη διεθνή αναταραχή στις αγορές κρατικών ομολόγων, καθώς οι αποδόσεις αυξάνονται σε μεγάλες οικονομίες όπως οι ΗΠΑ, η Γαλλία, η Γερμανία και η Βρετανία. Όπως εξήγησε ο Χρήστος Κώνστας, οι αγορές ανησυχούν για την αύξηση των δημόσιων δαπανών και τις ανάγκες νέου δανεισμού των κυβερνήσεων.
«Οι επενδυτές ανησυχούν ότι οι κυβερνήσεις δυσκολεύονται να περιορίσουν τις δημόσιες δαπάνες. Θα χρειαστούν περισσότερα δανεικά», ανέφερε χαρακτηριστικά, επισημαίνοντας ότι στις ΗΠΑ οι δαπάνες για τόκους έχουν πλέον ξεπεράσει το 1,17 τρισ. δολάρια ετησίως.
Η Ελλάδα κινείται σε διαφορετική κατεύθυνση
Σε αντίθεση με την εικόνα που παρουσιάζουν αρκετές μεγάλες οικονομίες, ο Κώνστας υποστήριξε ότι η Ελλάδα βρίσκεται σε διαφορετική πορεία, καθώς χρησιμοποιεί τα υψηλά δημοσιονομικά πλεονάσματα για να μειώσει τις υποχρεώσεις της.
Όπως ανέφερε, μέσα στο 2026 η χώρα αναμένεται να αποπληρώσει περίπου 13 δισ. ευρώ από το δημόσιο χρέος της, μεταξύ άλλων δάνεια του EFSF, ενώ παράλληλα μειώνει τις ανάγκες της για νέο δανεισμό.
Το βασικό ερώτημα, ωστόσο, που έθεσε ο Δημήτρης Βενιέρης ήταν αν η επιλογή αυτή είναι πράγματι η καλύτερη δυνατή αξιοποίηση των χρημάτων.
«Γιατί να δώσουμε 20 δισεκατομμύρια και να αποπληρώσουμε δάνεια [...] και να μην ρίξουμε αυτά τα 20 δισ. σε δημόσιες επενδύσεις;», διερωτήθηκε ο δημοσιογράφος, επιχειρώντας να μεταφέρει τη συζήτηση από το επίπεδο των αριθμών σε ένα απλό παράδειγμα νοικοκυριού: γιατί κάποιος που έχει συγκεντρώσει χρήματα να μην τα επενδύσει, ώστε να δημιουργήσει εισόδημα και θέσεις εργασίας, αντί να αποπληρώσει πρόωρα ένα παλαιότερο δάνειο;
«Η Ελλάδα είναι υπερχρεωμένη»
Ο Χρήστος Κώνστας απάντησε ότι η σύγκριση δεν μπορεί να γίνει μόνο με βάση το ύψος των επιτοκίων. Τα συγκεκριμένα δάνεια που έλαβε η Ελλάδα την περίοδο των μνημονίων, εξήγησε, δεν είναι αντίστοιχα με τον σημερινό δανεισμό μέσω των αγορών.
«Αυτά είναι δάνεια τα οποία η Ελλάδα πρέπει να πληρώσει, για να μην είναι ο φτωχότερος συγγενής», ανέφερε χαρακτηριστικά.
Παράλληλα, έδωσε ιδιαίτερη έμφαση στο ύψος του ελληνικού χρέους, υπογραμμίζοντας ότι η χώρα εξακολουθεί να είναι μία από τις πιο υπερχρεωμένες οικονομίες παγκοσμίως.
«Είμαστε υπερχρεωμένοι. Αυτό δεν πρέπει να το ξεχνάμε και για να ανακτήσουμε κάποια στοιχειώδη αξιοπιστία πρέπει να ξοφλάμε τα χρέη μας», τόνισε.
Κατά την άποψή του, η πρόωρη αποπληρωμή αποτελεί μέρος μιας ευρύτερης στρατηγικής «νοικοκυρέματος» των δημόσιων οικονομικών. Η λογική είναι ότι η σημερινή μείωση του χρέους περιορίζει τις μελλοντικές ανάγκες δανεισμού και προστατεύει τη χώρα από τις διακυμάνσεις των διεθνών αγορών.
Γιατί δεν πηγαίνουν όλα τα διαθέσιμα χρήματα σε επενδύσεις;
Ο Χρήστος Κώνστας απέρριψε την ιδέα ότι η επιλογή της αποπληρωμής του χρέους σημαίνει πως η Ελλάδα εγκαταλείπει τις δημόσιες επενδύσεις.
«Η Ελλάδα έχει σήμερα το μεγαλύτερο πρόγραμμα δημοσίων επενδύσεων της ιστορίας της. Πάνω από 16 δισ.», σημείωσε, προσθέτοντας ότι η χώρα έχει ήδη αξιοποιήσει σημαντικούς πόρους από το Ταμείο Ανάκαμψης.
Το ζήτημα, όπως εξήγησε, δεν είναι απλώς να διοχετεύονται περισσότερα χρήματα στην οικονομία, αλλά να υπάρχουν οι προϋποθέσεις ώστε αυτά να παράγουν πραγματικό οικονομικό αποτέλεσμα.
«Δεν υπάρχει ένα αυτόματο “βάζεις πολλά λεφτά, παίρνεις πολλά λεφτά”», ανέφερε. Οι επενδύσεις, πρόσθεσε, «πρέπει να βρουν μια παραγωγική βάση» και να υπάρχει η αντίστοιχη παραγωγική δυναμικότητα στην οικονομία.
Το 2032 και το «βουνό» των λήξεων
Ένα ακόμη επιχείρημα υπέρ της πρόωρης αποπληρωμής, σύμφωνα με τον Κώνστα, είναι οι μεγάλες λήξεις χρέους που έρχονται τα επόμενα χρόνια.
«Το 2032 θα λήξουν τεράστιες ποσότητες χρέους και θα πρέπει να πληρώσει η Ελλάδα», εξήγησε.
Η λογική, επομένως, είναι να μειωθεί από τώρα το ύψος των υποχρεώσεων που θα πρέπει να αντιμετωπίσει η χώρα στο μέλλον.
«Τι κάνει λοιπόν από τώρα ο νοικοκύρης; [...] Προτιμάει αυτό το βουνό των λήξεων να το κάνει μικρότερο», ανέφερε, με τον Δημήτρη Βενιέρη να συμπληρώνει ότι με αυτόν τον τρόπο η Ελλάδα «αγοράζει αξιοπιστία».
Τα ταμειακά διαθέσιμα και το «μαξιλάρι»
Στη συζήτηση τέθηκε και το περίφημο «μαξιλάρι» των ταμειακών διαθεσίμων που δημιουργήθηκε την περίοδο της κυβέρνησης Τσίπρα.
Ο Κώνστας διευκρίνισε ότι τα σημερινά ταμειακά διαθέσιμα της χώρας δεν πρέπει να συγχέονται με εκείνο το ποσό, καθώς το συγκεκριμένο αποθεματικό συνδέεται με τον ESM και δεν αποτελεί ένα ποσό το οποίο η ελληνική κυβέρνηση μπορεί να χρησιμοποιήσει κατά βούληση.
Αντίθετα, υποστήριξε, τα σημερινά ταμειακά διαθέσιμα της χώρας είναι πραγματικοί πόροι και δημιουργούν άμεσο οικονομικό όφελος, καθώς μειώνουν τις ανάγκες για νέο δανεισμό και συνεπώς και τις μελλοντικές δαπάνες για τόκους.
«Υπάρχει ένα άμεσο όφελος σε τόκους», ανέφερε, υπογραμμίζοντας ότι η διατήρηση υψηλών διαθεσίμων σημαίνει επίσης πως η Ελλάδα δεν είναι υποχρεωμένη να βγαίνει στις αγορές κάθε φορά που χρειάζεται χρήματα.
Το χρέος μειώνεται ως ποσοστό του ΑΕΠ, όχι όμως σε απόλυτους αριθμούς
Ο Κώνστας αναγνώρισε πάντως ένα από τα βασικά επιχειρήματα της κριτικής προς την κυβερνητική οικονομική πολιτική: ότι το ελληνικό δημόσιο χρέος δεν μειώνεται σε απόλυτο αριθμό.
«Σε απόλυτα νούμερα το χρέος δεν μειώνεται», παραδέχθηκε.
Η απάντησή του ήταν ότι το κρίσιμο μέγεθος για τη βιωσιμότητα του χρέους δεν είναι μόνο ο απόλυτος αριθμός, αλλά η σχέση του χρέους με το μέγεθος της οικονομίας και κυρίως η δυνατότητα μιας χώρας να εξυπηρετεί τις υποχρεώσεις της.
«Το πρόβλημα δεν είναι αυτό. Το πρόβλημα είναι να μπορείς να αποπληρώνεις τα χρέη σου», ανέφερε χαρακτηριστικά.
Και έφερε το ζήτημα στα μέτρα ενός νοικοκυριού: το ύψος του χρέους από μόνο του δεν αρκεί για να κρίνει κανείς αν υπάρχει πρόβλημα. Το κρίσιμο είναι αν υπάρχουν τα εισοδήματα και η οικονομική δυνατότητα για την ομαλή εξυπηρέτησή του.
«Η Ελλάδα ασκεί μια νοικοκυρεμένη πολιτική»
Κλείνοντας, ο Χρήστος Κώνστας υποστήριξε ότι η Ελλάδα βρίσκεται σήμερα σε καλύτερη θέση από ό,τι στο παρελθόν, ακριβώς επειδή έχει τη δυνατότητα να μειώνει το χρέος της, να διατηρεί υψηλά ταμειακά διαθέσιμα και ταυτόχρονα να χρηματοδοτεί επενδύσεις και κοινωνικές πολιτικές.
«Η Ελλάδα ασκεί μια νοικοκυρεμένη πολιτική», υποστήριξε, σημειώνοντας ότι η χώρα αποκτά ένα σημαντικό πλεονέκτημα αξιοπιστίας σε μια περίοδο κατά την οποία οι αγορές πιέζουν άλλες μεγάλες οικονομίες.
Η ουσία της συζήτησης στον Status FM ήταν τελικά ένα δίλημμα που αφορά κάθε οικονομία αλλά και κάθε νοικοκυριό: επένδυση σήμερα ή μείωση του χρέους για μεγαλύτερη ασφάλεια αύριο; Για τον Χρήστο Κώνστα, η απάντηση βρίσκεται στον συνδυασμό των δύο, με την Ελλάδα να πρέπει πρώτα απ' όλα να διασφαλίσει ότι δεν θα επιστρέψει στην εποχή κατά την οποία το υψηλό χρέος περιόριζε δραματικά τις επιλογές της.
Ακούστε ολόκληρη τη συνέντευξη εδώ: